ευτυχισμένος

-η, -ο
βλ. ευτυχώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μτχ. παθ. παρακμ. τού ευτυχώ με κατάλ. -ισμένος*, αντί -ημένος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευτυχισμένος — η, ο 1) счастливый; 2) благодатный …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ευτυχισμένος — [эвтихнсменос]εκ. счастливый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ευτυχισμένος — η, ο καλότυχος, ευτυχής, ευχαριστημένος από τη ζωή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Modern Greek grammar — Main article: Modern Greek The grammar of Standard Modern Greek, as spoken in present day Greece and Cyprus, is basically that of Demotic Greek, but it has also assimilated certain elements of Katharevousa, the archaic, learned variety of Greek… …   Wikipedia

  • ολβιότυφος — ὀλβιότυφος, ον (Α) (ως προσωνυμία τού Αρχύτα) ο μακάριος στην οίηση και στην αλαζονεία του, ο ευτυχισμένος σύμφωνα με τη δική του γνώμη, αυτός που με την έπαρσή του νομίζει ότι είναι ευτυχισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄλβιος «ευτυχισμένος» + τῦφος… …   Dictionary of Greek

  • O Pio Eftihismenos Anthropos Pano Sti Gi — Ο Πιό Ευτυχισμένος Άνθρωπος Πάνω Στη Γη Studio album by Nikos Karvelas Released May 1997 …   Wikipedia

  • ευτυχώ — (ΑΜ εὐτυχῶ, έω) [ευτυχής] είμαι ευτυχής, ευδαιμονώ, ευημερώ, είμαι σε καλή κατάσταση (α. «ἄνθεσι Διαγόρας ἐστεφανώσατο δίς, κλεινᾷ τ ἐν Ἰσθμῷ τετράκις εὐτυχέων», Πίνδ. β. «ευτύχησε στις επιχειρήσεις του») νεοελλ. (μτχ. παθ. παρακμ.) ευτυχισμένος …   Dictionary of Greek

  • ολβιοδαίμων — ὀλβιοδαίμων, όνος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει καλή τύχη από τον θεό, ευτυχισμένος, καλότυχος («ὦ μάκαρ Ἀτρεΐδη, μοιρηγενές, ὀλβιόδαιμον», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄλβιος «ευδαίμων, ευτυχισμένος» + δαίμων (πρβλ. κακο δαίμων)] …   Dictionary of Greek

  • ολβιόπλουτος — ὀλβιόπλουτος, ον (Α) αυτός που είναι ευτυχισμένος χάρη στον πλούτο που διαθέτει, αυτός που πλουτίζει μέσα στην ευτυχία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄλβιος «ευτυχισμένος» + πλοῦτος (πρβλ. μεγαλό πλουτος)] …   Dictionary of Greek

  • τρισευτυχισμένος — η, ο, Ν πολύ ευτυχισμένος, πανευτυχής. επίρρ... τρισευτυχισμένα με πολλή ευτυχία. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτατ. τρισ /τρι * + ευτυχισμένος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.